Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γλαῦκος

From LSJ
Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Jump to: navigation, search
Full diacritics: γλαῦκος Medium diacritics: γλαῦκος Low diacritics: γλαύκος Capitals: ΓΛΑΥΚΟΣ
Transliteration A: glaûkos Transliteration B: glaukos Transliteration C: glaykos Beta Code: glau=kos

English (LSJ)

ὁ, an eatable

   A fish of grey colour, Epich.49,50, Cratin.161, Antiph.7.6, Arist.HA607b27, Numen. ap. Ath.7.295c, etc.    II as pr. n., esp. of a Chian inventor: hence prov., οὐχ ἡ Γλαύκου τέχνη, c. inf., 'it does not need a genius to . . ', Pl.Phd.108d, etc.

Greek (Liddell-Scott)

γλαῦκος: ὁ, ἰχθὺς ἐδώδιμος χρῶμα ἔχων φαιόν, Ἐπίχ. 55 Ahr., Ἀριστ. Ἱ. Ζ. 8. 30, 5, Κωμικοὶ παρ’ Ἀθην. 295. ΙΙ. παρ’ Ὁμ. ὡς κύρ. ὄνομα Λυκίου τινὸς ἥρωος· παροιμ. Γλαύκου τέχνη, μαγικὴ τέχνη, Πλάτ. Φαίδωνι 108D.

Greek Monolingual

ο (Α γλαῡκος)
νεοελλ.
ονομασία γαστερόποδου με γλαυκό χρώμα
αρχ.
1. ψάρι με γλαυκό χρώμα
2. (φρ). «γλαύκου τέχνη» — μαγική τέχνη, μεγάλη ανακάλυψη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γλαυκός. Το ψάρι γλαύκος πήρε αυτή την ονομασία από το χρώμα του].