Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θύμβρα

From LSJ
Δῶς μοι πᾶ στῶ καὶ τὰν γᾶν κινάσω -> Give me a place to stand on, and I will move the Earth.
Archimedes
Jump to: navigation, search
Full diacritics: θύμβρα Medium diacritics: θύμβρα Low diacritics: θύμβρα Capitals: ΘΥΜΒΡΑ
Transliteration A: thýmbra Transliteration B: thymbra Transliteration C: thymvra Beta Code: qu/mbra

English (LSJ)

ἡ, (perh. from τύφω)

   A savory, Satureia Thymbra, Eup.14.5, Thphr.CP3.1.4, Dsc.3.37, Plin.HN19.165:—also θυμβραία, ἡ, Hp. ap.Gal.19.104 (but θύμβρη or -ίην Nat.Mul.32 codd.).

German (Pape)

[Seite 1223] ἡ, ein bitteres, gewürziges Kraut, satureia, Theophr., Diosc.

Greek (Liddell-Scott)

θύμβρα: -ας, ἡ, (ἴσως ἐκ τοῦ τύφω) πικρά τις καὶ δριμεῖα βοτάνη, Satureia Thymbra, Εὔπολ. Αἰξὶν 1. 5, Θεόφρ. π. Φυτ. Αἰτ. 3. 1, 4. Διοσκ. 3. 45· - οὕτω θυμβραία, ἡ, Ἱππ. παρὰ Γαλην. Λεξ. σ. 482· ὁπόθεν διορθοῦσι θυμβραίην ἀντὶ θυμβρίην ἐν 572. 41.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
sarriette, plante.
Étymologie: DELG θύμος.

Greek Monolingual

θύμβρα και θύμβρη, ἡ (Α)
το θρούμπι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Συνδέεται πιθ. με το θύμον «θυμάρι», οπότε το -δ- θα πρέπει να ερμηνευθεί ως ανάπτυξη συνοδίτη φθόγγου μεταξύ τών -μ- και -ρ- (πρβλ. γαμρός > γαμβρός). Απίθανη η σύνδεση του με το τύφω, ενώ αβέβαιη είναι και η σχέση του με τοπωνύμια όπως Θύμβρη, Τυ(μ)φρηστός. Δεν θα πρέπει να αποκλειστεί και η πιθανότητα μη ελληνικής προελεύσεώς του.
ΠΑΡ. αρχ. θυμβρίτης, θυμβρώδης.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) αρχ. θυμβρεπίδειπνος, θυμβροφάγος. (Β' συνθετικό) αρχ. επίθυμβρον].