Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κόροιβος

From LSJ
Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Jump to: navigation, search
Full diacritics: κόροιβος Medium diacritics: κόροιβος Low diacritics: κόροιβος Capitals: ΚΟΡΟΙΒΟΣ
Transliteration A: kóroibos Transliteration B: koroibos Transliteration C: koroivos Beta Code: ko/roibos

English (LSJ)

ὁ,

   A fool, Hsch.; οὐχ οὕτω κ. ὁ Ἀλέξανδρος Ps.-Gem.in Iriarte Cat.Cod.Matrit.p.391. (Fr. pr. n. Κόροιβος, Euph.71, etc.)

Greek Monolingual

κόροιβος, ὁ (Α) (κατά τον Ησύχ.) «ὁ ἠλίθιος καὶ μωρός».
[ΕΤΥΜΟΛ. < κόρη + -οιβος < οἴφω «συνουσιάζομαι». Αρχική σημ. επομένως θα ήταν «ο μη εγκρατής, ο παραλυμένος ηθικά» (πρβλ. και κόρ-οιφ-ος). Η λ. μαρτυρείται και ως ανθρωπωνύμιο].