Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀνευρύνω

From LSJ
Ὃν οἱ θεοὶ φιλοῦσιν ἀποθνήσκει νέος -> He whom the gods love dies young
Menander, fr. 125
Jump to: navigation, search
Full diacritics: ἀνευρύνω Medium diacritics: ἀνευρύνω Low diacritics: ανευρύνω Capitals: ΑΝΕΥΡΥΝΩ
Transliteration A: aneurýnō Transliteration B: aneurynō Transliteration C: anevryno Beta Code: a)neuru/nw

English (LSJ)

[ῡ],

   A dilate, Hp.Superf.29, Placit.5.16.2; ἡ ῥὶς τοὺς μυκτῆρας ἀνευρύνετο Philostr.Her.19.9; -υσμένον στόμα ἀγγείου Aët.8.69; esp. of arterial aneurism, Antyll. ap. Orib.45.24.1; ἀ. πάλιν ὁ Ὠκεανός broadens out, Arist.Mu.393b6: metaph., νοῦς ἀ. τὰς δυνάμεις Ph.1.249, cf. Dam.Pr.74 (Pass.).

German (Pape)

[Seite 227] erweitern, Arist. mund. 3; öffnen, ὁδοὶ ἀνεύρυνται Luc. Nigr. 16; Plut.

Greek (Liddell-Scott)

ἀνευρύνω: μέλλ. -ῠνῶ, εὐρύνω, ἀνοίγω, διαστέλλω, Ἱππ. 264. 14, Πλούτ. 2. 907Ε, κτλ.: ― Παθ., ἀν. πάλιν ὁ Ὠκεανὸς Ἀριστ. π. Κόσμ. 3. 11.

French (Bailly abrégé)

élargir, dilater.
Étymologie: ἀνά, εὐρύνω.

Spanish (DGE)

I tr. gener. en v. act.
1 ensanchar, dilatar τὸ στόμα τῆς μήτρης Hp.Superf.29, cf. Placit.5.16.2, σπήλαια I.BI 4.512, κόλπον ... χιτῶνος Nonn.D.3.401, en v. pas. τὸ ἀνευρυσμένον στόμα τοῦ ἀγγείου Aët.8.69, τῆς ... ἀρτηρίας ἀνευρυνθείσης Antyll. en Orib.45.24.1
fig. τοῦ νοῦ ... τὰς δυνάμεις καθάπερ ὀχετοὺς ἀνευρύνοντος Ph.1.249, cf. en v. med., Dam.Pr.74.
2 explicar ἀνευρύνων ... ἡμῖν τὴν θείαν ἐντολήν Cyr.Al.M.68.540C, cf. 604D, Hsch.
II intr. en v. med. ensancharse (ὁ Ὠκεανός) πάλιν ἀνευρύνεται Arist.Mu.393b6
abrirse del cáliz de una flor ἀνευρύνεται πάλιν ἠρέμα κατὰ χεῖλος I.AI 3.175, de la nariz, c. ac. de rel. ἡ δὲ ῥὶς ... τοὺς μυκτῆρας ἀνευρύνετο Philostr.Her.19.9.

Greek Monolingual

ἀνευρύνω (Α)
διαστέλλω, πλαταίνω.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αν(α)- + ευρύνω.
ΠΑΡ. ανεύρυνση (-ις), ανεύρυσμα, ανευρυσμός].