Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γλαύξ

From LSJ
Δῶς μοι πᾶ στῶ καὶ τὰν γᾶν κινάσω -> Give me a place to stand on, and I will move the Earth.
Archimedes
(Redirected from glaúx)
Jump to: navigation, search
Full diacritics: γλαύξ Medium diacritics: γλαύξ Low diacritics: γλαυξ Capitals: ΓΛΑΥΞ
Transliteration A: glaúx Transliteration B: glaux Transliteration C: glafks Beta Code: glau/c

English (LSJ)

Att. γλαῦξ, γλαυκός, ἡ, Euphronius ap. Sch.Ar.V.1081, cf. Hdn.Gr.2.947:—

   A the little owl, Athene noctua, so called from its glaring eyes, Epich.166, Arist.HA488a26, al.; freq. as emblem of Athena, Ar.Av.516, Eq.1093, etc.: prov., γλαῦκ' Ἀθήναζε, γλαῦκ' εἰς Ἀθήνας, 'carry coals to Newcastle', Ar.Av.301, Antiph.175.2; γλαῦξ ἐν πόλει 'Jack's as good as his master', Hsch., etc.; γλαῦκες Λαυρειωτικαί, of Athenian coins, from the type, Ar.Av.1106; so of figures of owls, IG2.678B76.    2 γ. θαλαττία, an unknown bird, Thphr. Sign.52.    II a kind of dance, Ath.14.629f.    III wart cress, Coronopus procumbens, Dsc.4.138, Gal.11.857:—also γλάξ, Hdn. Gr.1.395, al.

Greek (Liddell-Scott)

γλαύξ: Ἀττ. γλαῦξ, γλαυκός, ἡ, Σχόλ. εἰς Ἀριστοφ. Σφῆκ. 1081, Λοβ. Φρύν. 76·‒ ἡ γλαύξ, «κουκουβάγια», κληθεῖσα οὕτως ἐκ τῆς ἀγριότητος τῶν ἀκτινοβολούντων αὐτῆς ὀφθαλμῶν (ἴδε γλαυκός), Ἐπίχ. 116 Ahr., κτλ.· συχν. τῆς Ἀθηνᾶς ἡ γλαύξ ὡς σύμβολον αὐτῆς (πρβλ. γλαυκῶπις), Müller Ἀρχαιολ. d. Kunst § 371. 9. Παροιμία, γλαῦκ’ Ἀθήναζε, γλαῦκ’ εἰς Ἀθήνας, Ἀριστοφ. Ὄρν. 301, πρβλ. Ἀντιφ. Ὁμοπ. 1.‒ ἐπὶ τῶν μάτην ἐπισωρευόντων τινὰ τοῖς προϋπάρχουσιν, ἐπὶ τῶν μάτην τι πραττόντων, Ἡσύχ., Σουΐδ. Σχόλ. εἰς Ἀριστοφ. Ὄρν. 301.‒ Ἀθηναϊκὰ νομίσματα ἐκαλοῦντο γλαῦκες Λαυρεωτικαί, ἐκ τῆς εἰκόνος ἣν ἔφερον, αὐτόθι 1106. ‒ γλαῦξ ἦτο πιθ. ὄνομα γένους, καθ’ ὅσον τὰ ἰδιαίτερα εἴδη αὐτῆς εἶναι σκὼψ (τὸ μόνον παρ’ Ὁμήρῳ μνημονευόμενον εἶδος), βύας, ἐλεός, αἰγωλιός, Ἀριστ. Ἱ. Ζ. 8. 3, 2. 2) ἀγγεῖον τὸ σχῆμα ὅμοιον πρὸς γλαῦκα, Συλλ. Ἐπιγρ. 8345b. ΙΙ. εἶδος χοροῦ, Ἀθήν. 629F· πρβλ. ἀλώπηξ VI. ΙΙΙ. εἶδος φυτοῦ, ἴδε ἐν λ. γλάξ.

French (Bailly abrégé)

γλαυκός (ἡ) :
att. γλαῦξ;
chouette, oiseau.
Étymologie: R. Γαλ, briller ; v. γλαυκός.

Greek Monolingual

η
βλ. γλαύκα.